ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΕΚΚΕΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ, ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΑΝΤΙΝΑΣ, 13 ΝΟΕΜΒΡΗ ΤΟΥ 2020
δικαστήρια Ευελπίδων, Τετάρτη 12/11, 9:00, κτίριο 8
Στις 11 Νοέμβρη 2020 ανακοινώθηκε από το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και από τον τότε πρύτανη του ΕΜΠ, Αντρέα Μπουντουβή, lock out του ιστορικού Πολυτεχνείου, για το διάστημα 13 με 19 Νοεμβρίου, με σκοπό να μην πραγματοποιηθούν οι προγραμματισμένες εκδηλώσεις μνήμης που γίνονται εκεί κάθε χρόνο και η συσπείρωση κόσμου μέσα σε αυτό. Ταυτόχρονα, αναστέλλεται το άρθρο 11 του Συντάγματος για τις συναθροίσεις άνω των 4 ατόμων, ενώ απαγορεύονται και οι επετειακές πορείες της 17 Νοέμβρη και στη συνέχεια της 6ης Δεκέμβρη.
Στις 12 Νοέμβρη, λοιπόν, δεκάδες αγωνίστριες/ες φοιτήτριες/ές, εργαζόμενοι/ες και άνεργοι/ες, αποφασίσαμε να μπούμε στο χώρο του Πολυτεχνείου με σκοπό να το κρατήσουμε ανοιχτό, σπάζοντας στην πράξη το lock out και τους περιορισμούς που είχαν επιβληθεί. Με συνελεύσεις, μικροφωνικές και μοιράσματα κειμένων κοινοποιήσαμε τη δράση μας αυτή. Λίγες ώρες αφ’ ότου μπήκαμε στο Πολυτεχνείο σχηματίστηκε αστυνομικός κλοιός γύρω από το κτήριο και η προσέλευση του κόσμου κατέστη αδύνατη. Όσα άτομα προσπάθησαν να πλησιάσουν ήρθαν αντιμέτωπα με έλεγχο ή/και το γνωστό 300ρι, το πρόστιμο «εκβιασμού» της καραντίνας. Την επόμενη μέρα, στις 13/11 αστυνομικές δυνάμεις όλων των ειδών εισέβαλλαν στον προαύλιο χώρο του Πολυτεχνείου, εφαρμόζοντας την κατάργηση του ασύλου -για πρώτη φορά από το 1995, και για δεύτερη φορά από το 1973- συλλαμβάνοντας τα 68 άτομα που βρίσκονταν εκεί συγκεντρωμένα. Και τα 68 άτομα, κλειστήκαμε σε μεταγωγικά και στη συνέχεια οδηγηθήκαμε στη ΓΑΔΑ, όπου στοιβαχθήκαμε στους στενούς διαδρόμους και στα κρατητήρια, χωρίς -φυσικά- να τηρηθεί έστω και κατ’ επίφαση κάποιο μέτρο προστασίας από τον ιό, από τους υπαλλήλους της ΕΛΑΣ. Εκεί φάνηκε για άλλη μια φορά ο παραλογισμός του κρατικού μηχανισμού, αφού μας αποδόθηκαν οι κατηγορίες της διασποράς του covid -για τις ώρες που βρεθήκαμε σε προαύλιο, ανοιχτό χώρο, πριν μας στοιβάξουν στη ΓΑΔΑ-, διακοπής και διατάραξης της ομαλής διεξαγωγής της λειτουργίας του ΕΜΠ -ενός πανεπιστημίου για το οποίο είχε κηρυχθεί lock out-, διέγερση σε διάπραξη πλημμελήματος και έκθεσης σε κίνδυνο της δημόσιας ασφάλειας και, τέλος, η κατηγορία της απείθειας. Επιπλέον, σε κάποια άτομα επιβλήθηκε το πρόστιμο των 300 ευρώ για «άσκοπη μετακίνηση», ένα πρόστιμο οικονομικού εκβιασμού που λειτούργησε πολλούς μήνες σαν φόβητρο για τα πιο φτωχά κομμάτια της κοινωνίας, που «τόλμησαν» ή υποχρεώνονταν να μετακινούνται «παράνομα» κατά τη διάρκεια της καραντίνας.
Συγκυρία
Οι μνήμες από την περίοδο της πανδημίας είναι ακόμα νωπές, και εύκολα μπορεί κανείς να επαναφέρει στη σκέψη του, το φόβο, την αγωνία για εαυτούς και αγαπημένους, την ασφυξία, και την τρομοκρατία που επικρατούσε εκείνους τους μήνες. Ανάλογα, βέβαια, με το από ποια θέση μιλάει η κάθε μια από εμάς, αυτά τα συναισθήματα έχουν πολύ διαφορετικές αφετηρίες και απολήξεις. Από πολύ νωρίς έγινε εμφανές, ότι η κρατική διαχείριση της κρίσης αυτής θα ήταν αστυνομικού τύπου, και όχι υγειονομικού, κάτι που η πολιτική διαχείριση ποτέ δεν προσπάθησε να κρύψει, αφήνοντας τα νοσοκομεία σε συνθήκες οριακά πολεμικές, εκβιάζοντας τους/τις εργαζόμενους/ες στον κλάδο της υγείας και οδηγώντας τους στα όρια της εξαθλίωσης, την ίδια ώρα που οι προσλήψεις αστυνομικών αυξήθηκαν κατά χιλιάδες και η άγρια καταστολή οποιασδήποτε διαμαρτυρίας ή εναντίωσης στις κυβερνητικές επιλογές ήταν δεδομένη. Στα πλαίσια αυτά, με πρόφαση τη συνθήκη «έκτακτης ανάγκης», η επιβολή της καραντίνας δεν αποτέλεσε μέτρο υγειονομικό, αλλά μέτρο κοινωνικής πειθάρχησης, αφού η απαγόρευση της κυκλοφορίας, των συναντήσεων, των διαδηλώσεων, η επιβολή της κοινωνικής αποστασιοποίησης και ο εγκλεισμός στο σπίτι, σε συνάρτηση με την υποστελέχωση, υποχρηματοδότηση και πλήρη υποβάθμιση του ΕΣΥ, σε καμία περίπτωση δεν προώθησε τη δημόσια υγεία παρά ενέτεινε τον κοινωνικό έλεγχο των εκμεταλλευόμενων. Πόσες εκατοντάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους λόγω της κατάρρευσης του ΕΣΥ; Πόσοι μετανάστες και μετανάστριες εγκαταλείφθηκαν στη μοίρα τους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, παρατημένοι σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης; Πόσοι κρατούμενοι και κρατούμενες στοιβάχθηκαν στην απομόνωση και στερήθηκαν τα επισκεπτήρια των αγαπημένων τους με πρόφαση τη διασπορά του Covid-19, βλέποντας ανθρώπους να αργοπεθαίνουν στο διπλανό κελί, εγκαταλελειμμένοι/ες στην αρρώστια; Πόσες γυναίκες εγκλωβίστηκαν σε τέσσερεις τοίχους με τους κακοποιητές τους, εκτιθέμενες στην έμφυλη βία υπό τις κυβερνητικές εντολές του «μένουμε σπίτι»; Πόσα λεφτά πληρώθηκαν τα μίντια για να προωθήσουν την καμπάνια «μένουμε σπίτι»; (Εδώ οι αριθμοί είναι ακριβείς, 19.832.132,94 ευρώ). Για τους αόρατους και τις αόρατες της κοινωνίας η κρατική διαχείριση της πανδημίας σήμαινε μόνο βία, εξαθλίωση και θάνατο. Η αστυνομικού τύπου διαχείριση της πανδημίας αποτέλεσε, λοιπόν, την βασική πολιτική επιλογή του κράτους, την οποία επιχείρησε να επιβάλει μέσω του το δόγματος «νόμος & τάξη», αφήνοντας παράλληλα το ΕΣΥ να καταρρεύσει. Αυτή η διαχείριση στέρησε από το σύνολο της κοινωνίας την ελευθερία της μετακίνησης (με εξαίρεση βέβαια όσους είχαν να πληρώσουν το 300ρι), αφήνοντας τους ανθρώπους να περιμένουν ΕΚΑΒ που δεν έρχονταν ποτέ ή έρχονταν όταν πια ήταν αργά, να κάθονται σε ατελείωτες ουρές αναμονής στα νοσοκομεία, να «νοσηλεύονται» σε ράντζα στους διαδρόμους, με τους ελάχιστους εναπομείναντες γιατρούς που δεν είχαν καταρρεύσει είτε από τον κόβιντ είτε από τις άθλιες εργασιακές συνθήκες. Στα πλαίσια αυτά, η καραντίνα και η απαγόρευση κυκλοφορίας και συνάθροισης τις οποίες κατηγορούμαστε ότι αψηφήσαμε, αποτέλεσαν στην πραγματικότητα ένα μηχανισμό βαθέματος των υφιστάμενων κοινωνικών ανισοτήτων.
Η καταστολή με πρόφαση την έκτακτη ανάγκη της πανδημίας εξαπλώθηκε, βέβαια, και στους πανεπιστημιακούς χώρους. Μία από τις πρώτες κινήσεις της τότε πολιτικής διαχείρισης ήταν η εκκένωση μεταναστών που είχαν βρει καταφύγιο στο κτήριο Γκίνη και το σφράγισμά του, με πρόφαση τη διασπορά του ιού, την ίδια ώρα που τα πλάνα για την ανάπλαση και τη μουσειοποίηση του κάτω Πολυτεχνείου είχαν ήδη ξεκινήσει. Από νωρίς, λοιπόν, έγινε έκδηλη η πρόθεση του κράτους να αποκλειστεί κομμάτι της κοινωνίας που έδινε ζωή σε αυτούς τους χώρους, χώρους οι οποίοι αποτελούν διαχρονικά σημεία συνάντησης, ζύμωσης και αγώνα. Οι μαζικοί και δυναμικοί αγώνες ενάντια στην προσπάθεια ιδιωτικοποίησης των πανεπιστημίων, της ίδρυσης της πανεπιστημιακής αστυνομίας, της εμπορευματοποίησης της εκπαίδευσης, της πολιτειακής εκτροπής με στόχο τον αποκλεισμό από την τριτοβάθμια εκπαίδευση των φτωχότερων στρωμάτων της κοινωνίας δίνονται χρόνια τώρα, με τη φετινή χρονιά να αποκτούν, μάλιστα, τεράστια δυναμική. Ανέκαθεν, λοιπόν, οι προσπάθειες του κράτους να αποκλείσουν τα φτωχότερα στρώματα από την εκπαίδευση συναντούσαν αναχώματα με ισχυρά κοινωνικά ερείσματα που διεκδικούσαν και διεκδικούν τα πανεπιστήμια να αποτελούν τόπους συνάντησης, ζύμωσης, πολιτικοποίησης και ελεύθερης πρόσβασης. Κάτι που υπερασπιστήκαμε κι εμείς την ημέρα της σύλληψής μας, δεχόμενες ένα σημαντικό κομμάτι υποστήριξης και αλληλεγγύης: Την ίδια ώρα με εμάς, δεκάδες αγωνιζόμενοι/ες πραγματοποίησαν κατάληψη της πρυτανείας του ΕΜΠ, ενώ πολιτικές ομάδες στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις, καθώς και εργαζόμενοι του πανεπιστημίου δήλωσαν την αλληλεγγύη και την υποστήριξή τους στην κίνησή μας να κρατήσουμε το Πολυτεχνείο ανοιχτό. Επίσης, τις ίδιες ώρες καλέστηκαν συγκεντρώσεις στη γύρω περιοχή οι οποίες προσπάθησαν να προσεγγίσουν το χώρο, εμποδιζόμενες από την αστυνομία. Η απαγόρευση όλων των δημόσιων, υπαίθριων συναθροίσεων άνω των τεσσάρων ατόμων, μέσω της αναστολής του άρθρου 11 του Συντάγματος, επανέφερε τη μνήμη της δικτατορίας με τον πιο ρητό τρόπο, αξιοποιώντας δηλαδή, πρακτικές που εφαρμόστηκαν αυτούσιες στη Χούντα. Η αλαζονεία της εξουσίας ήταν τέτοια, που θεώρησε ότι θα γλιτώσει το πολιτικό κόστος να επιβάλλει χουντικά μέτρα τις ίδιες τις μέρες της επετείου του Πολυτεχνείου. Η πολιτική επιλογή, λοιπόν, να σταθούμε ενάντια στην -με επίφαση την πανδημία- καταστολή του κράτους, και να συνεχίσουμε το νήμα του αγώνα την επέτειο της 17ης Νοέμβρη έγινε απολύτως συνειδητά. Στις 12/11, λοιπόν, επιλέξαμε να εναντιωθούμε στους επιβαλλόμενους περιορισμούς και στο κηρυγμένο lock out της σχολής, διεκδικώντας ένα «Ανοιχτό Πολυτεχνείο».
Από την καραντίνα και μετά, άρχισε να διαμορφώνεται μια νέα συνθήκη στο κάτω πολυτεχνείο, επηρεάζοντας τόσο την καθημερινότητα της ίδιας της σχολής όσο και των ατόμων που ανέκαθεν δραστηριοποιούνταν εντός του. Αυστηρά ωράρια, κλείδωμα των πυλών μετά τις 9, ελεγχόμενη πρόσβαση με facecontrol, “στρατιωτική” φύλαξη, lock out και παρεμπόδιση δράσεων, σφράγισμα χώρων που για χρόνια παρέμεναν ανοιχτοί (TMAX, T12, Γκίνη), σχολαστικό “καθάρισμα”-βάψιμο τοίχων κ.α. Το κλίμα αυτό οδήγησε σταδιακά στην πολιτική και κοινωνική αποστείρωση του χώρου, την αποκοπή του από τη γειτονιά και τη μετατροπή του από χώρο δημόσιο και ελεύθερο, σε ένα ακόμη πεδίο κερδοφορίας (στα πλαίσια του πανεπιστημίου και του εξευγενισμού-τουριστικοποίησης του κέντρου). Ερχόμενες στο σήμερα, διαπιστώνουμε την κορύφωση αυτής της συνθήκης, ιδίως μετά την ανάληψη του νέου πρύτανη του ΕΜΠ, Ι. Χατζηγεωργίου. Εκκενώσεις κατειλημμένων χώρων, απαγόρευση ή/και καταστολή εκδηλώσεων, συνεχόμενα lock out, διώξεις και στοχοποίηση ατόμων, κλείδωμα του συγκροτήματος τα σαββατοκύριακα, πλήρης “εκκαθάριση” του χώρου.. με αποκορύφωμα την πρόσφατη εισβολή αστυνομικών δυνάμεων και τη σύλληψη 15 φοιτητριών/των που συμμετείχαν σε κατάληψη της αρχιτεκτονικής σχολής με απόφαση του φοιτητικού συλλόγου. Οι προθέσεις των πρυτανικών και κυβερνητικών αρχών είναι πλέον αρκετά ξεκάθαρες όσων αφορά τα πανεπιστήμια και ιδιαίτερα το κάτω πολυτεχνείο. Απέναντι σε αυτή τη λογική, συνεχίζουν να οργανώνονται συλλογικές αντιστάσεις με στόχο την υπεράσπιση των πανεπιστημιακών χώρων και συγκεκριμένα του συγκροτήματος Πατησίων ως τόπων συνάντησης, ζύμωσης, πολιτικοποίησης και ελεύθερης πρόσβασης. Κάτι που, πριν πέντε χρόνια, επιχειρήσαμε και εμείς να υπερασπιστούμε με τη δράση του “Ανοιχτού Πολυτεχνείου” σε μια περίοδο γενικότερης αδρανοποίησης που επέβαλε η κρατική διαχείριση του covid-19.
Γιατί όπως τότε έτσι και τώρα πιστεύουμε ότι
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΥΓΕΙΑ ΧΩΡΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
Αλληλεγγύη στα συλληφθέντα άτομα της κατειλημένης Πρυτανείας του ΕΜΠ στις 13/11/2020
Κάλεσμα αλληλεγγύης στα δικαστήρια της Ευελπίδων, Τετάρτη 12/11, 9:00, κτίριο 8
συλληφθέντα του Ανοιχτού Πολυτεχνείου 13/11/2020

