Κατάθεση Γιάννη Μάγγου: «Είναι αμετανόητοι και αδίστακτοι»!

Οι γονείς του Βασίλη Μάγγου σε παλιότερη συγκέντρωση διαμαρτυρίας έξω από τα δικαστήρια Βόλου | Φωτο: ΒΑΣΙΛΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ/EUROKINISSI
————————————————-
Από omniatv
Με την πρώτη εξέταση μάρτυρα, αυτή του Γιάννη Μάγγου, πατέρα του νεκρού, συνεχίζεται σήμερα στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο στην Καρδίτσα η δίκη σε δεύτερο βαθμό των αστυνομικών που κατηγορούνται για τον βασανισμό του Βασίλη Μάγγου το 2020.

Με εντάσεις γύρω από τη δημοσιογραφική κάλυψη, δικονομικές αιτιάσεις της υπεράσπισης και την πολύωρη κατάθεση του πατέρα του Βασίλη Μάγγου συνεχίστηκε σήμερα, Πέμπτη 7 Μαΐου 2026, στην Καρδίτσα, στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο, η δίκη σε δεύτερο βαθμό των αστυνομικών που κατηγορούνται για τον βασανισμό του κατά την προσαγωγή του, μετά από κινητοποίηση στον Βόλο το 2020.

Η δικάσιμος ξεκίνησε με ζήτημα που έθεσαν συνήγοροι υπεράσπισης σχετικά με την παρουσία δημοσιογράφων στα άδεια έδρανα των συνηγόρων (τα οποία είναι κενά, καθώς δεν υπάρχει παράσταση υποστήριξης της κατηγορίας) Οι συνήγοροι επιχείρησαν να επικαλεστούν τη διάταξη Φλωρίδη (άρ 31 του Ν. 5119/2024, που τροποποίησε τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας) για παράνομη μαγνητοσκόπηση, ηχογράφηση ή χρήση λογισμικού. Το δικαστήριο επέτρεψε στους δημοσιογράφους να παραμείνουν στην αίθουσα, να κρατούν σημειώσεις και να χρησιμοποιούν τους φορητούς υπολογιστές τους. Τοποθετήθηκε ωστόσο ξεχωριστό τραπέζι στην αίθουσα.

Το ξεχωριστό τραπέζι που τοποθετήθηκε για τους δημοσιογράφους στην αίθουσα του δικαστηρίου | Φωτο: Φ. Συμεωνίδης / OmniaTV

Μετά την εκφώνηση των μαρτύρων, η πρόεδρος ζήτησε από όσους μάρτυρες ήταν παρόντες να αποχωρήσουν από την αίθουσα, πλην του Γιάννη Μάγγου.

Σημαντικό μέρος της πρωινής διαδικασίας αφιερώθηκε σε αιτήματα και ενστάσεις της υπεράσπισης για την προδικασία. Ο συνήγορος Καπερνάρος έθεσε ζήτημα έλλειψης πραγματογνωμοσύνης και αυτοψίας, υποστηρίζοντας ότι η δικογραφία έχει σοβαρά κενά. Όπως ανέφερε, μια πραγματογνωμοσύνη θα μπορούσε να έχει καταγράψει αποστάσεις, χρόνους μετακίνησης, τη διάταξη των χώρων στο αστυνομικό κτίριο και το ενδεχόμενο ακουστότητας μέσα στο τμήμα. «Δεν μπορεί να ευτελίζεται η δικονομία και να ευτελίζονται οι προσωπικότητες επειδή κάποιοι δεν κάνουν τη δουλειά τους», είπε χαρακτηριστικά.

Η υπεράσπιση ζήτησε επίσης να κληθούν πρόσθετοι μάρτυρες, με κεντρική αναφορά στον αξιωματικό υπηρεσίας Αθανασίου, για τον οποίο υποστήριξε ότι ήταν αυτόπτης και αυτήκοος κρίσιμων περιστατικών. Ζητήθηκε ακόμη η κλήση και άλλων αστυνομικών ή υπηρεσιακών παραγόντων. Ο Καπερνάρος χαρακτήρισε το βούλευμα «νομικό όνειδος και νομική ντροπή», υποστηρίζοντας ότι χωρίς τους συγκεκριμένους μάρτυρες δεν μπορεί να διεξαχθεί πλήρης δίκη.

Η εισαγγελέας απάντησε ότι επιφυλάσσεται να κρίνει κατά την εξέλιξη της αποδεικτικής διαδικασίας εάν και ποιοι θα πρέπει να κληθούν. «Είτε κατηγορίας είτε υπεράσπισης, το τι λέει ο μάρτυρας έχει την ίδια αξία», σημείωσε, ενώ τόνισε ότι ο εισαγγελέας της έδρας μπορεί να καλέσει μάρτυρα εφόσον το κρίνει αναγκαίο.

Στη συνέχεια ανέβηκε στο βήμα ο Γιάννης Μάγγος, πατέρας του Βασίλη. Η πρόεδρος τον κάλεσε αρχικά να μιλήσει για το ποιος ήταν ο γιος του πριν από το επίδικο περιστατικό. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο Βασίλειος Αγαμέμνων Μάγγος γεννήθηκε το 1995 στη Θεσσαλονίκη, ζούσε στον Βόλο, είχε σπουδάσει για ένα διάστημα μηχανικός πληροφορικής, εργαζόταν ως διανομέας και διατηρούσε σχέση συμβίωσης. Αναφέρθηκε επίσης στο ιστορικό χρήσης ουσιών, το οποίο τοποθέτησε από τα 18 του έως περίπου το 2018, υπογραμμίζοντας ότι είχε παρακολουθήσει πρόγραμμα του ΚΕΘΕΑ και ότι τα δύο χρόνια πριν από το περιστατικό ήταν «καθαρός».

«Δεν έχω να το κρύψω. Ο γιος μου ήταν κοινωνικός αγωνιστής και ήταν στην εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, στον αναρχικό χώρο», είπε ο Γιάννης Μάγγος, συνδέοντας την κοινωνική και πολιτική δράση του γιου του με αυτό που περιέγραψε ως στοχοποίησή του από τις αστυνομικές αρχές.

Η πρόεδρος τον ρώτησε εάν ο Βασίλης είχε προηγούμενους τραυματισμούς ή ατυχήματα που θα μπορούσαν να εξηγήσουν τα κατάγματα στα πλευρά. Ο μάρτυρας απάντησε κατηγορηματικά αρνητικά: «Μετά λόγου γνώσεως και ειλικρίνειας. Αν είχε σπάσει το παιδί μας έξι-επτά πλευρά, θα πηγαίναμε αμέσως στο νοσοκομείο».

Στη συνέχεια η εξέταση πέρασε στα γεγονότα της 13ης και 14ης Ιουνίου 2020. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην κινητοποίηση κατά της καύσης σκουπιδιών από τη Lafarge και στα επεισόδια που είχαν προηγηθεί. Για την επόμενη ημέρα, έξω από το Δικαστικό Μέγαρο Βόλου, περιέγραψε τη σκηνή κυρίως με βάση βίντεο και φωτογραφικό υλικό που, όπως είπε, έχει παρακολουθήσει «χιλιάδες φορές».

Κατά την περιγραφή του, ο Βασίλης Μάγγος κινήθηκε προς τους αστυνομικούς όταν είδε την προσαγωγή ενός άλλου διαδηλωτή. Στην ερώτηση της προέδρου αν επιχείρησε να απελευθερώσει κρατούμενο, ο μάρτυρας απάντησε: «Όχι, πού να κάνει τέτοια σκέψη; Ποιος να πάει να απελευθερώσει κρατούμενο;». Ο Βασίλης Μάγγος είπε «τι κάνετε ρε;», ενώ, όταν κατάλαβε ότι θα τον χτυπήσουν, οπισθοχώρησε.

Ο Γιάννης Μάγγος περιέγραψε χτυπήματα με γκλομπ και κλωτσιές από αστυνομικούς της ΟΠΚΕ. «Όταν είδα το βίντεο νόμιζα ότι αυτό κράτησε μια αιωνιότητα. Θεωρώ ότι τελικα κράτησε περίπου δέκα δευτερόλεπτα», είπε. Σε άλλο σημείο πρόσθεσε: «Βλέπουμε ένα παιδί 26 χρονών να κυλιέται στην άσφαλτο, να μη μπορεί να κάνει κάτι, να βάζει τα χέρια στο κεφάλι του για να προστατευτεί».

Η εισαγγελέας, μετά τη μεσημεριανή διακοπή, επέμεινε να διευκρινιστεί τι ακριβώς βλέπει ο μάρτυρας στο βίντεο και τι αποτελεί δική του εκτίμηση. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι βλέπει χτυπήματα στην κοιλιακή χώρα, στα πόδια και στους γοφούς, ενώ η υπεράσπιση παρενέβαινε επανειλημμένα, επιμένοντας στη διάκριση μεταξύ «βλέπω» και «θεωρώ».

Μεγάλο βάρος δόθηκε και σε όσα, κατά τον πατέρα του, του είπε ο Βασίλης Μάγγος μετά το περιστατικό. Ο μάρτυρας περιέγραψε ότι ενημερώθηκε από τη σύζυγό του και έφτασε στο σπίτι της θείας του Βασίλη, όπου βρήκε τον γιο του σε άσχημη κατάσταση. «Μπαίνοντας στο σπίτι αντίκρισα ένα αποκρουστικό θέαμα: το κορμί του παιδιού μου ήταν διπλωμένο στα δύο, το πρόσωπό του αλλοιωμένο, συσπασμένο από τους πόνους, τρομοκρατημένος, πανικοβλημένος, φοβισμένος», κατέθεσε.

Όπως είπε, ο Βασίλης τού ανέφερε: «Πατέρα, με χτύπησαν οι αστυνομικοί μπροστά στο δικαστήριο, με τσάκισαν στο ξύλο, μετά στο αμάξι μέσα με βρίζανε και μέσα στην Ασφάλεια με τσάκισαν στο ξύλο και με ξευτέλισαν». Ο μάρτυρας είπε επίσης ότι ο γιος του φώναζε «πονάω, δεν μπορώ να αναπνεύσω».

Συγκινητική ήταν η στιγμή όταν, σε ερώτηση της προέδρου για μια κόκκινη μπλούζα που φαινόταν ο Βασίλης Μάγγος να φοράει σε μια από τις φωτογραφίες, ο Γιάννης Μάγγος επέδειξε την ίδια τη μπλούζα στο δικαστήριο, καθώς την είχε μαζί του.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Γιάννης Μάγγος στα όσα, κατά την κατάθεσή του, συνέβησαν μέσα στο αστυνομικό τμήμα. Περιέγραψε ότι τον χτυπούσαν έξω από το γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας, κρατώντας του τα χέρια πίσω από την πλάτη, ενώ απέδωσε πιο έντονο ρόλο στον αστυνομικό Παζαρά. Ανέφερε επίσης ότι ο Βασίλης ζήτησε νερό και ότι τον παρέπεμψαν να πιει από χαλασμένο ψύκτη, ενώ τον κορόιδευαν. Σημαντική φράση που μετέφερε από μεταγενέστερη συνομιλία με τον γιο του ήταν: «Πατέρα, δεν παρακάλεσα για νερό, ζήτησα νερό».

Οι συνήγοροι υπεράσπισης αντέδρασαν επανειλημμένα όταν ο μάρτυρας επιδείκνυε φωτογραφίες, υποστηρίζοντας ότι δημιουργούνται εντυπώσεις στις ενόρκους και ότι ο μάρτυρας προβαίνει σε ερμηνεία εγγράφων και εικόνων. Η εισαγγελέας, από την πλευρά της, σημείωσε ότι εφόσον τα στοιχεία προσκομίζονται προς στήριξη της κατάθεσης και η ίδια τα προτείνει, μπορούν να αξιολογηθούν στο πλαίσιο της διαδικασίας.

Ο Γιάννης Μάγγος αναφέρθηκε και στην κατάσταση του γιου του μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο. Περιέγραψε έναν άνθρωπο που άρχισε να κλείνεται στον εαυτό του, να γίνεται λιγομίλητος και να μην μπορεί να κοιμηθεί από τους πόνους. «Έχασε το χαμόγελό του. Βλέπαμε σαν το παιδί μας να γλιστρούσε μέσα από τα χέρια μας», είπε. Κατέθεσε ότι ο Βασίλης απευθύνθηκε σε δημόσιες δομές ψυχικής υγείας στις αρχές Ιουλίου 2020, λίγες ημέρες πριν πεθάνει, με έντονο άγχος και επεισόδια κατάθλιψης.

Η πρόεδρος διευκρίνισε πάντως ότι, με βάση το αντικείμενο της δίκης, ο θάνατος του Βασίλη Μάγγου δεν αποδίδεται αιτιωδώς στα χτυπήματα, ζητώντας να διαχωριστεί αυτό από την υπό κρίση κατηγορία. Ο μάρτυρας, από την πλευρά του, επέμεινε ότι τα σπασμένα πλευρά δεν υπήρχαν πριν από το περιστατικό και ότι ο γιος του χτυπήθηκε μέσα στο τμήμα, «χωρίς καμία αμφιβολία».

Σε ερώτηση της προέδρου αν κάποιος από τους κατηγορούμενους αστυνομικούς του ζήτησε συγγνώμη, ο Γιάννης Μάγγος απάντησε «Είναι αμετανόητοι και αδίστακτοι», πράγμα που επιβεβαιώθηκε αμέσως, αφού από την πλευρά των κατηγορουμένων ή της υπεράσπισής τους ακούστηκε «Γιατί να ζητήσουμε;»

Η εξέταση του Γιάννη Μάγγου δεν ολοκληρώθηκε. Μετά από συζήτηση για το ωράριο και τις επόμενες δικασίμους, η έδρα αποφάσισε να διακόψει τη συνεδρίαση στις 15:50.

Η δίκη θα συνεχιστεί την Πέμπτη 14 Μαΐου 2026, στις 09:00, στην Καρδίτσα, με ερωτήσεις των συνηγόρων υπεράσπισης προς τον μάρτυρα.

Μοιραστείτε το άρθρο