Ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί, είχε κατακάτσει σα μολύβι λίγη εξουθένωση, η αυγή κρυβόταν πίσω απ’ τις κορφές της Απάνω Μεριάς, ενόσω η ταχύπλοος βάρκα πάφλαζε στα εναμισάρια κύματα.
Κινούσαμε για τη Γυάρο, το μαρτυρικό νησί – το θανατονήσι, την πλέον χωρική έκφραση συλλογικής μνήμης, αποστροφής, εκβαρβαρισμού και σκληρού κοινωνικού πολέμου.
Στοιχεία του εκμαυλισμού και της αιμοβόρας κρατικής ιδεολογίας αποτυπώνονται χωρικά, ξανά, ως σημερινή συνέχεια, ως συνέχιση του πολέμου– κι ήταν αυτή η φρίκη η χειρότερη.
Εντωμεταξύ, είχα το νου μου στο πώς θα δέσει τα σκάφος, αν θα βγει εντάξει η ομάδα στον σπασμένο ντόκο, και πώς εν γένει θα πήγαινε η αποστολή, κι η δουλειά.
Απ’ την πολύ αρχή του ωριαίου ταξιδιού, τα Γιούρα ξεπρόβαλλαν – και σιγά-σιγά, κύμα το κύμα, ερχόταν κοντύτερα, πετριγυρισμένη απ’ τη χριστιανοφέρουσα Τήνο και την υπ’ ανάπτυξη Τζιά με τις νεόκτιστες αραιές βίλες και τα λευκά κότερα που πετούν άγκυρα μπρος στο γιαλό.


Ακόμη, μόλις φτάνεις, αφηγείται ο Κοσμάς Ιωάννου: […] και πήγαμε στο Μεταγωγών και, αφού μαζευτήκαμε κάμποσοι, μας πήγανε στην Γιούρα; Η Γιούρα είναι ένα νησί που έχει τρία πράγματα: αγέρα πολύ, που σηκώνει χαλίκια, φίδια, ποντικούς και σκορπιούς […]


Στη θέση μπροστά μου ο Μάκης ο Σολωμός, κάποτε πεντάχρονο παιδί πού ‘χε εξοβελιστεί κι αυτό στη Γυάρο, νά ‘ναι κοντά στην μάνα του, εσώκλειστη αγωνίστρια, Άννα Τεριάκη-Σολωμού. Ο ίδιος αφηγείται πως ως 5χρονο παιδάκι στη Γυάρο, τον εκλάμβαναν ως φέρουσα ελπίδα, δύναμη μες στην σκοτεινιά και την άβυσσο.

Μόλις φτάνεις, σε αποπέρνει η εικόνα του διαλυμένου ντόκου, που μονάχα ένα μικρός κρίκος για ν’ αγαντάρεις έχει απομείνει, ως αντανάκλαση μιας απόπειρας φροντίδας του μαρτυρικού τόπου.
Κι ίσως σ’ αυτό το ρημαδιό να εσωκλείεται η αναντιστοιχία του μόχθου των βασανιζόμενων απ’ τους ανθρωποφύλακες με τη σημερινή κατάντια της μνήμης, μνήμης που ενυπάρχει ως φάντασμα μόνο, παρά ως τρανταχτή δήλωση περηφάνιας, ανάγκης για δικαιοσύνη και αποκατάσταση.

Έπρεπε να περιμένω λίγο ακόμη, ανάμεσα στο δέος, τη προσμονή, και την απορία, για να αισθανθώ στο πετσί μου την διάλυση απ’ τη μη-συντήρηση, απ’ την απουσία προσοχής.
…
Παρά την ελαφρώς κυματισμένη θάλασσα, όλα βγήκαν καλώς, και τώρα αναχωρούμε για τη δεύτερη υπο-ομάδα της ομάδας.
Ακούστηκε ο ύμνος του ΕΑΜ, τραγουδήθηκε καθοδόν – λίγο πριν ανάψουν τα αλάρμ, κι λίγο πριν ηχήσει το ουρλιαχτό αυτό της μηχανής. Ένα υψίτονο βουητό φτιαγμένο να σε τρελαίνει.
Ο κινητήρας τά ‘παιξε. Ανοίξαμε το μηχανοστάσιο, άχνιζε. Ο καπετάν παρέμεινε ήρεμος. Για άλλα κι άλλα ξέρει να οργίζεται.
Κουτσά στραβά, γυρίσαμε στο λιμανάκι μας.
Έφτασε γοργά ο μηχανικός κι άσκησε τη τεχνική του. «Προς το παρόν φτιάχτηκε», αποφάνθηκε. Και ξεκινήσαμε εκ νέου.
Και σαν πάμε να δέσουμε, κι επιτέλους να μείνουμε για τα καλά πάνω στο ξερονήσι, ηχούν πάλι οι σειρήνες της μηχανής, δείχνοντας υπερθέμανση, χαλασμένο μοτέρ, εν ολίγοις κάτι πριν την έκρηξη.
Ολιγόωρος εγκλωβισμός στη Γυάρο.
…
Τα πρώτα ευρήματα που ήρθα σε επαφή ήταν μυριάδες διαλυμένες πέτρες, χυμένες σε ένα βουνό που έφταναν ώς τον εκβραχισμένο κολπίσκο, σύνορο του όρμου. Ήταν αποτέλεσμα της καταναγκαστικής εργασίας, ανάμεσα σε απανωτά καψόνια και βασανιστήρια. Σπάσιμο επί σπασίματος για να μπορούν να χτίσουν πια την ίδια τους τη φυλακή.




Ωστόσο, ως προς την εισβολή του τώρα στη μνήμη, κύματα φρίκης μας περιέλουσαν αντικρίζοντας τα σκατά κατσίκας που για στρώσεις επί στρώσεων έφτιαχναν ένα δύσοσμο χαλί της αδιαφορίας σε κάθε γωνιά του εσωτερικού των κτιρίων.

Στα ίδια τα κτίρια, μπαίνεις με κράνος, αφού πέφτουν διαρκώς. Σεισμική περιοχή καθώς είναι οι Κυκλάδες, αρκεί ένα μέτριο ταρακούνημα για να πέσουν σοβάδες ή τοίχοι.
Η εικόνα στο εσωτερικό του κτιρίου αντικατοπτρίζει την αντίληψη του Κράτους και των επανδρώσεών του για τον συλλογικό αγώνα ενάντια στην διαφθορά, καταπίεση, και εκμετάλλευση: Θέλει να τον εξαφανίσει — βασανισμός, φυλακίσεις, έπειτα λήθη και λησμονιά, τέλος rebranding.
…
Το νησί, ακατοίκητο, άνυδρο, με κουφάρια μεγαθηρίων-κολαστηρίων, ρημαγμένο απ’ την αφρόντιστη μνήμη, διεγείρει αισθήματα θλιμμένης αγριότητας.
Διερωτάσαι στιγμιαία πώς είναι δυνατή η συγκάλυψη μέσω της εγκατάλειψης, και τι μπορεί να συμβεί να αντιστραφεί η πορεία λήθης ενός οδυνηρά καθοριστικού κι ακόμη καίριου κομματιού της σύγχρονης ιστορίας.
Ακόμη κι αν αναφέρουμε την δουλειά της WWF, εκείνη έχει ασχοληθεί με το δικό της τρόπο. Αναδεικνύει την πολιτική ιστορία πλαγίως, παραδίπλα του περιβαλλοντικού – κι επομένως ελαφρώς κι αναντίστοιχα.




[…]”
Κι η κρατική ιδεολογία πίσω απ’ αυτές τις πρακτικές αντανακλώνται στις διαλυμένες πέτρες των κτιρίων στη Γυάρο, στο σοβάδισμα με θαλασσόνερο και τα μπάζα που πέφτουν.
Σε μια άλλη περίπτωση άρθρου μπορούμε να κάνουμε λόγο για την ιδιαιτερότητα της βιοποικιλότητας στη Γυάρο και πώς και εάν μπορεί να συναρθρωθεί με την μνημειακότητα του τόπου — όπου μνημειακότητα νοείται ως ενεργός πολιτικός δρων συγκαιρινός, αντίθετα απ’ τη μουσειοποίηση, τα ιμάτια της μούμιας.


Το πώς το Κράτος εκλάμβανε και εκλαμβάνει με τις σημερινές συστοιχίες ορισμένες κοινωνικές ομάδες ως εσωτερική απειλή, κι επομένως ως υλικό επέκτασης των μέσων κοινωνικού, οικονομικού και ιδεολογικοπολιτικού ελέγχου, το βλέπουμε με τρόπο ηχηρό στη συμπεριφορά του προς τους μετανάστες όπως και σε όσα πρόσωπα ή ομάδες στηρίζουν τον υπαρξιακό, οικονομικό και κοινωνικό τους αγώνα.
Οι σκηνές απανθρωποποίησης, ταπείνωσης στη Κρήτη, και η σχετική συζήτηση — για άλλη μια φορά — για την κατασκευή φυλακών-κέντρων κράτησης, εκτός αστικού ιστού, παραέξω των κοινοτήτων και των οικονομικών υποκέντρων, δεν διαγράφει άραγε μια πορεία όχι και τόσο νέα; Το ίδιο ισχύει και για τα γεγονότα στη Μαλακάσα.

Συγκροτούμενοι γύρω από μια άρνηση, που λέει ότι είναι αδύνατο να αντιμετωπίζονται έτσι οι “ξένοι”, οι “Άλλοι”, όπως και γύρω από μια κατάφαση, δηλαδή μια προσπάθεια να μπορέσουμε να ζήσουμε, να εργαστούμε πλάι-πλάι, μπορούμε να δούμε όχι μόνο ποιος είναι ο πραγματικός αντίπαλός μας, αλλά και να προχωρήσουμε παράλληλα με βασικούς ηθικούς προσανατολισμούς.
Αυτοί οι τελευταίοι σηματοδοτούν ένα sine qua non, ένα εκ των ουκ άνευ, σε μια περίοδο προετοιμασίας πολέμου, μια περίοδο κορύφωσης μιας διαδικασίας εκβαρβαρισμού, και δόλιο διαίρει και βασίλευε μ’ απώτερο στόχο την — επιτέλους — αξιοποίηση μιας μορφής κεφαλαίου από τις πιο σκοτεινές: Τον πολεμικό εξοπλισμό.
[1] Εδώ γίνεται λόγος για την τοποθέτηση 77 ανεμογεννητριών κατά μήκος της νήσου. Το Παρατηρητήριο Ποιότητας Περιβάλλοντος Σύρου (ΠΠΠΣ), σύλλογος και ομάδα πίεσης και έρευνας, υπογραμμίζει την απόσταση ΣτΕ και δημοτικού συμβουλίου Σύρου, με το πρώτο να αναιρεί το δεύτερο ως προς την τοποθέτηση των εγκαταστάσεων ΑΠΕ. Πρόκειται για μια διττή προσέγγιση, ιστορικοπολιτική και περιβαλλοντική.
Κωνσταντίνος Κ.

