Η Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων (CPJ) αποκαλύπτει τη «σκόπιμη στρατηγική» στέρησης τροφής, σεξουαλικής κακοποίησης και ξυλοδαρμών εναντίον κρατουμένων Παλαιστινίων δημοσιογράφων στις ισραηλινές φυλακές λόγω της δουλειάς τους. Με την επισήμανση ότι η έκθεση που ακολουθεί περιέχει περιγραφές σωματικής, ψυχολογικής και σεξουαλικής βίας η Sara Qudah, περιφερειακή διευθύντρια του CPJ, επισημαίνει ότι “Αυτά δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά. Εκθέτουν μια σκόπιμη στρατηγική εκφοβισμού και φίμωσης των δημοσιογράφων, καταστρέφοντας την ικανότητά τους να καταθέτουν μαρτυρία”. Καταγγέλλει δε, τη σιωπή της διεθνούς κοινότητας που επιτρέπει την ύπαρξη τέτοιων φαινομένων.
Η έκθεση, με τίτλο «Γυρίσαμε από την κόλαση», βασίζεται σε συνεντεύξεις με 59 Παλαιστίνιους δημοσιογράφους που φυλακίστηκαν από τον Οκτώβριο του 2023 και αποφυλακίστηκαν μέχρι τον Ιανουάριο του 2026. Όλοι εκτός από έναν είπαν ότι υπέστησαν “βασανιστήρια, κακοποίηση ή άλλες μορφές βίας”.
Οι μαρτυρίες αναφέρουν ξυλοδαρμούς με ρόπαλα, ηλεκτροσόκ, ψυχολογική βία, ενώ δύο δημοσιογράφοι είπαν ότι βιάστηκαν από τους Ισραηλινούς απαγωγείς τους.
Μαρτυρίες
Ο Παλαιστίνιος δημοσιογράφος Ahmed Abdel Aal θυμάται τη στιγμή που ξεκίνησε μια εκκωφαντική μουσική που σκίζει τα αυτιά. Για πέντε ημέρες, είπε, κρατήθηκε με δεμένα τα μάτια σε ένα δωμάτιο σε ένα ισραηλινό χώρο κράτησης, τον έγδυσαν και τον ξυλοκόπησαν, ενώ ακούγονταν δυνατά εβραϊκά και αγγλικά τραγούδια σε απίστευτη ένταση. Κάθε φορά που έχανε τις αισθήσεις του, με ηλεκτροσόκ ή χτυπήματα, τον ξυπνούσαν..
Ένας άλλος δημοσιογράφος, ο οποίος ζήτησε να μην κατονομαστεί από φόβο αντιποίνων, περιέγραψε παρόμοια μεταχείριση μέσα σε αυτό που οι κρατούμενοι αποκαλούν «αίθουσα ντίσκο». Είπε ότι οι στρατιώτες έδεσαν τα γεννητικά του όργανα και τον χτύπησαν μέχρι που από τα τραύματα του έφτασε να ουρήσει αίμα. «Μου είπαν ότι δεν θα είμαι πια άντρας», είπε.
Ο δημοσιογράφος Sami al-Sai διηγήθηκε πώς οι στρατιώτες τον έγδυσαν και τον βίασαν με ρόπαλο και άλλα αντικείμενα μέσα σε ένα μικρό κελί στη φυλακή Megiddo, αφήνοντάς τον σε “βαριά ψυχολογική κατάσταση”. «Περιγραφές σεξουαλικής βίας εμφανίστηκαν επανειλημμένα στις μαρτυρίες, με τους δημοσιογράφους να περιγράφουν τις επιθέσεις ως σκοπό να τους ταπεινώσουν, να τρομοκρατήσουν και να τους σημαδέψουν μόνιμα», αναφέρει η έκθεση.
Συνολικά, το CPJ κατέγραψε 17 μαρτυρίες δημοσιογράφων που αφορούσαν σεξουαλική βία και 19 ακόμη που περιέγραψαν εξευτελιστικές έρευνες. Οι φερόμενες πράξεις περιελάμβαναν επιθέσεις στα γεννητικά όργανα, απόπειρα αναγκαστικής διείσδυσης με αντικείμενα, απειλές για βιασμό και άλλες μεθόδους σεξουαλικού εξαναγκασμού.
Έντεκα δημοσιογράφοι ανέφεραν τη χρήση μιας μεθόδου γνωστής ως strappado, ή αυτό που οι Παλαιστίνιοι δημοσιογράφοι ονόμασαν «κρέμασμα φαντασμάτων», κατά την οποία ένα άτομο κρεμιέται,από τα χέρια του, δεμένα πίσω από την πλάτη και στη συνέχεια τραβιέται προς τα πάνω. Άλλοι είπαν ότι αναγκάστηκαν να γονατίζουν ή να ξαπλώνουν με το πρόσωπο κάτω για ώρες, καθώς και να τους κρατούν κάτω από τη βροχή, τον ήλιο και τα λύματα.
Άλλοι περιέγραψαν απειλές κατά των οικογενειών τους, στέρηση ύπνου μέσω της χρήσης μουσικής και άρνηση επείγουσας ιατρικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένης της θεραπείας για σπασμένα οστά και τραυματισμούς στα μάτια.
Ένας δημοσιογράφος, είπε ότι οι στρατιώτες τον χτύπησαν στο σημείο μιας πρόσφατης εγχείρησης στα νεφρά, παρά το γεγονός ότι τους ενημέρωσε για την εγχείρηση. «Γυρίσαμε από την κόλαση», είπε ο Imad Ifranji στο CPJ.
Πενήντα πέντε από τους 59 δημοσιογράφους που ρωτήθηκαν ανέφεραν ακραία πείνα ή υποσιτισμό. Η CPJ υπολόγισε μια μέση απώλεια βάρους 23,5 κιλών συγκρίνοντας το βάρος των δημοσιογράφων πριν και μετά την κράτηση.

Στρατηγική κακοποίησης
“Οι αναφορές της CPJ δείχνουν ένα σαφές μοτίβο στον τρόπο με τον οποίο οι Παλαιστίνιοι δημοσιογράφοι αντιμετωπίστηκαν υπό κράτηση στο Ισραήλ”, δήλωσε η διευθύνουσα σύμβουλος του οργανισμού Τζόντι Γκίνσμπεργκ. “Η κλίμακα και η συνέπεια αυτών των μαρτυριών δείχνουν κάτι πολύ πέρα από μεμονωμένο παράπτωμα”, πρόσθεσε. “Όταν δεκάδες δημοσιογράφοι περιγράφουν ανεξάρτητα τη σωματική και ψυχολογική κακοποίηση, η διεθνής κοινότητα πρέπει να αναλάβει δράση”.
Όπως αναφέρεται στην έκθεση ενώ οι συνθήκες διέφεραν από φυλακή σε φυλακή, οι μέθοδοι που εξιστόρησαν οι ερωτηθέντες – σωματικές επιθέσεις, στάσεις καταναγκαστικές, αισθητηριακή στέρηση, σεξουαλική βία και ιατρική παραμέληση – ήταν εντυπωσιακά συνεπείς. Δέκα δημοσιογράφοι ζήτησαν να διατηρηθεί η ανωνυμία τους, υποστηρίζοντας ρητές απειλές για εκ νέου σύλληψη ή θάνατο από Ισραηλινούς ανακριτές και αξιωματούχους των σωφρονιστικών υπηρεσιών, εάν μιλούσαν δημόσια. Αυτές οι απειλές εμφανίζονται σε 31 από τις μεμονωμένες μαρτυρίες και έχουν απομακρύνει πολλούς δημοσιογράφους από τη δουλειά τους.
Η κλίμακα, η συνέπεια και η σοβαρότητα αυτών των καταγεγραμμένων καταχρήσεων εγείρουν σοβαρά ζητήματα τήρησης του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένων πιθανών παραβιάσεων της Σύμβασης του ΟΗΕ κατά των βασανιστηρίων και του άρθρου 79 των συμβάσεων της Γενεύης για την προστασία των δημοσιογράφων.
Το CPJ έχει τεκμηριώσει την κράτηση τουλάχιστον 94 Παλαιστινίων δημοσιογράφων και ενός εργαζομένου στα μέσα ενημέρωσης – 32 δημοσιογράφων και ενός εργαζόμενου στα μέσα ενημέρωσης από τη Γάζα, 60 από τη Δυτική Όχθη και δύο από το Ισραήλ. Τριάντα παραμένουν υπό κράτηση, μέχρι τις 19 Φεβρουαρίου 2026 και στους 25 από αυτούς δεν έχουν αποδοθεί ακόμη κατηγορίες.
Το σπάσιμο αυτού του κύκλου ωστόσο απαιτεί περισσότερα από την απελευθέρωση των 30 Παλαιστινίων δημοσιογράφων που εξακολουθούν να κρατούνται στις ισραηλινές φυλακές, οι οποίοι δεν έχουν συμπεριληφθεί σε αυτήν την έκθεση.
Ενώ ο πόλεμος Ισραήλ-Γάζας ορίζεται από βαθιές πολιτικές, στρατιωτικές και ανθρωπιστικές συνέπειες, αυτό το πλαίσιο δεν μειώνει την ανάγκη αντιμετώπισης των ιδιαίτερων κινδύνων που αντιμετωπίζουν οι Παλαιστίνιοι δημοσιογράφοι. Το Ισραήλ πρέπει να επιτρέψει σε ανεξάρτητους διεθνείς παρατηρητές, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών εισηγητών του ΟΗΕ, την πρόσβαση στις εγκαταστάσεις κράτησης και να διεξάγει διαφανείς, αμερόληπτες έρευνες για όλους τους ισχυρισμούς. Η διεθνής κοινότητα πρέπει να σπάσει τη σιωπή της και να πιέσει για λογοδοσία και να διασφαλίσει ότι οι παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου δεν θα μείνουν ατιμώρητες.

